Ελευθέριος Ι. Χατζηλάρης : Λέρικη τοπολαλιά (part 1-4)

by e-Leros

Ελληνική και αρκετά καθαρή διατηρήθηκε η γλώσσα στη Λέρο, έχει μάλιστα και πολλές αρχαΐζουσες λέξεις, με ιωνική ή με αττική κατάληξη.

Μερικές από τις λέξεις, που έχουν ιδιόρρυθμη προφορά είναι: το χέρι, ο χοίρος, το όχι και άλλες, που σ’αυτές το γράμμα χ παίρνει τη προφορά του Αγγλικού sh και γίνονται το shέρι, ο shοίρος, όshι. Το χέρι το λέμε και στο θηλυκό γένος, η shέρα, ή, πειραχτικά, η shερούκλα.

Την κατάληξη –ζι ή την –ζει την προφέρουμε –τζι ή –τζει, π.χ. αγιάτζι, μπουγάτζι, νεράτζι, αγιάτζει, μυρίτζει, ποτίτζει, ρότζοι, αλωνίτζει, φωτίτζει, γυρίτζει, καβουρδίτζει, ψιχαλίτζει.

Στη Λέρο επίσης δίνουμε βαριά προφορά στην κατάληξη –ια και την προφέρουμε -για, π.χ. κλειδαργιά, παρηγοργιά. Στα παλαιότερα χρόνια, προφερόταν σαν –χια , π.χ. ήντα χαμπάρχια.

Τζα λέμε τα ζώα και τζηάλετρα, ζώα και σύνεργα μαζί, που χρησιμοποιούμε για το όργωμα. «Ας ειν’ καλά τα τζά μας και τα τζηάλετρά μας», λέει ένα παλιό λέρικο τραγούδι.

Στην τοπολαλιά μας συγχωνεύουμε το αρχικό σύμφωνο, με το τελικό σύμφωνο (όταν υπάρχει) τής προηγούμενης λέξης και έτσι του δίνουμε μια πιο βαριά προφορά, π.χ. το αν θέλεις γίνεται α θθέλεις, το αν φας γίνεται α φφάς, το αν τύχει γίνεται α ντύχει, και το αν πάρεις γίνεται α μπάρεις.

Τρώμε το ν τής αιτιατικής, όταν η αντωνυμία που ακολουθεί αρχίζει από σύμφωνο π.χ. τον παρά του, τον πεθερό τής, την ευχή τους, την μάνα σου, την μοίρα τής.

Αβδιά λέμε τα αυτιά και μάδια τα μάτια.

Καματερή λέμε την εργάσιμη μέρα ή την προκομένη γυναίκα και ακαμάτη, τον τεμπέλη.

Από τα αρχαία ελληνικά, κληρονομήσαμε τα διπλά σύμφωνα, π.χ. άμμος, άλλος, λάκκος, μπαλλώνω, μαλλώννω, θυμώννω, φουσκώννω.

Το διπλό λλ παίρνει παχιά προφορά, π.χ. λωλλός.

Το διπλό σσ προφέρεται σαν τσ (τσιτακισμός), π.χ. θάλατσα, νητσάκι, αρχόντιτσα, φόνιτσα, γειτόνιτσα, Κώτιτσα.

Παραθέτω λέξεις τής Λέρικης τοπολαλιάς, με επεξήγηση, κατ’ αλφάβητο:

Αβανιά = δυσφήμηση

Άγανο = θύσανος, στο στάχυ του κριθαριού ή σιταριού

Αγγελοσκιάτζεται = για τον ετοιμοθάνατο

Αγκάση = εκεί που γεννά η κότα

Αγκλαβή = προικοσύμφωνο

Αγκουμούλλα = πεζούλι

Αγιάτζι = πρωϊνή δροσιά

Αελιά = αγελάδα

Αερικό = στοιχειό ή φάντασμα

Αδερφοδιώχτης = αυτός που διώχνει τον αδερφό του

Ακαμάτης = τεμπέλης

Άκινιος = ώριμος

Ακίτσαρος = ελαφρόπετρα

Αλάκκερος = ολόκληρος

Αλάτσι = αλάτι

Αλάργα = μακριά

Αμπανά = μάταια

Αμούργια = κατακάθι λαδιού ή κρασιού

Αμάχη = εχθρότητα (μεταξύ προσώπων)

Ανάκαρα = κουράγιο

Ανεμοπύρωμα = ερυσίπελας

Ανήμερα = την ίδια μέρα (εορτής ή γεγονότος)

Ανέννοιος = χωρίς έννοια (ξέγνοιαστος)

Αντάρα = χαλασμός

Αντερί = το μεσοφόρι της γυναίκας ή του ιερέα κάτω από το εξώρασο

Αντίγαμος = η πρώτη Κυριακή μετά το γάμο

Αναμικκιώρης = αγνώμων ή αχάριστος

Αχαΐρευτος = ανεπρόκοπος, άτυχος

Αντράδερφος = κουνιάδος

Αξέστρωτος = ασαμάρωτος γαΐδαρος

Αξεστράτιος = Αρχιστράτηγος (Μιχαήλ-Ταξιάρχης)

Αξανάστροφη = ανάποδο χαστούκι

Αξεχρόνιαστος = αυτός που αργεί πολύ

Ακράϊ = πρωϊνή δροσιά (βλ. αγιάτζι)

Αποζυμώτρα = απομεινάρια από το ζύμωμα με τα οποία έφτιαχνα πίττες

Απότοκο = αυγό που παραμένει στην αγκάση ή κούφιο αυγό

Απαλωνιά = ύψωμα που βρίσκεται το αλώνι

Αποδιώνας = ποδόγυρος

Αράθυμος = οξύθυμος

Άραντα και που = κατ’αραιά διαστήματα

Άρου και που = που και που

Αραποσίταρο = καλαμπόκι

Αραντιστά = αλευρόσουπα

Αρμύδια = αγκύστρια

Άστα = στιβαγμένα στρώματα και κλινοσκεπάσματα

Άτσα = η γάμπα

Ατσουμάδα = πρωτόγεννη αγελάδα

Αστιβή = αγκαθωτός θάμνος που χρησιμοποιείται στην περίφραξη ξεροτρόχαλων τοίχων

Ασιστύλλωτος = ατιμέλητος

Ασυγκούρτιστος = αυτός που δεν πάει καλά στα μυαλά του, ακοινώνητος

Αρσίτζης = αισχρός

Αρσίτζικα = αισχρόλογα

Ασκλούπα = νυχτόβιο πουλί που προαναγγέλει καλοκαιρία ή αλλαγή καιρού

Αύκλα = υδρορροή

Άχεντρα = οχιά, έχιδνα

Αχεντροπούλι = μικρή σαύρα

Αχαμνός = ισχνός

Αχλάδα = καρπός αγριαχλαδιάς

Αχλάδα κακόβροντη = όψιμη αχλάδα που ωριμάζει μετά τα πρωτοβρόχια

Αχταρμάς = βαθύ σκάψιμο

Αττέλι = σύρμα

Αχαΐρευτος = αποτυχημένος

Βάθρακος = βάτραχος

Βαθρακοφάς = αυτός που τρώει βατράχους

Βασταΐδα = επίδεσμος για την κοίλη

Βαρδιάνος = αγροφύλακας

Βαρίδια = σταθμά ζυγαριάς

Βατεμένο = γονιμοποιημένο (για ζώο)

Βατεύγεται = συνουσιάζεται ζώο ή πτηνό

Βιτζάνες = μελιτζάνες

Βερβελιές = κόπρανα κατσίκας ή αρνιού

Βολόσυρος = ισοπέδωση μετά το σκάψιμο

Βόκκολος = χώρος ελεύθερης βοσκής ζώων

Βοκκολιά = παρτέρι με λουλούδια

Βολικός = ευπροσάρμοστος

Βουδιές = κόπρανα βοοειδών

Βουρλίτζεται = τρελλαίνεται

Γαδουργιά = κόπρανα γαϊδάρου

Γαδουροκυλίστρα = τόπος που κυλιούνται τα γαϊδούρια

Γαλατσώνω = ασπρίζω με ασβέστη

Γαλίφης = καταφερτζής

Γατζουνάς = γάτζος

Γεμέλια = δίδυμα αδέρφια

Γιαττάκι = κρεββάτι

Γιάμωσε = ορκίσου

Γλυκάδι = ξύδι

Γλυκάδια = σπλάχνα ζώων

Γομάρι = φόρτωμα

Γιοντίσανε = σμίξανε

Γεβεντισμένος = δυσφημισμένος

Γρίπος = μεγάλη ψαρόβαρκα με δίχτυα

Γουρλάκι = γουρουνάκι

Γούβης = γεράκι

Γραπώνω = αρπάζω

Γαρνούφης = κατεργάρης, στο παιχνίδι

Γουλεττί = μικρή γουλέττα-πλοίο

Γρεττίδικο = μπόσικο

Γογγίτζω = παραπονιούμαι

Γιαλίθωρος = αλλοίθωρος

Γλυκειά = γιαγιά

Γιαώρη = αμέσως

(συνεχίζεται)

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment