Ελευθέριος Ι. Χατζηλάρης : Λέρικη τοπολαλιά (μέρος 4)

by e-Leros

Ελευθέριος Ι. Χατζηλάρης

Λέρικη τοπολαλιά

Πουτζάρης = αυτός που έχει κήλη

Πούτζα = κήλη

Παραστάτης = κούφωμα παραθύρου

Πανιέρι = καλάθι ρηχό (ψάθινο)

Παϊρδίτζω = εξαντλούμαι, κουράζομαι

Πατούχα = πάτος παπουτσιού ή το πέλμα του ποδιού

Πεδείξουμαι = βολεύομαι

Παραδιά = πυροστιά-παραγκώνι

Πατατούκκα = σακκάκι

Πασκίτζω = προσπαθώ

Πανιάτζει = ζαρώνει από υγρασία

Πλανταμός = περίδρομος, σκασμός

Παινετάδα = επίπληξη

Πόπιωμα = από εκεί που έχει πιεί άλλος

Πραγκάτσι = κουβάς νερού

Πολυφάδι = απομεινάρι σαπουνιού

Πιμπίκια ή Μπιμπίκια = σπυριά

Πεστλεμές = τεμπέλης

Ποσφουνιάτζω = στίβω τα πλυμένα ρούχα

Πολοχάνω = ξεϊδρώνω, σταματώ να πάρω μια ανάσα

Πομουρώνει = κάνει σαν μωρό ή καταχωνιάζει κάτι

Ποκουράτζομαι = ξεκουράζομαι

Πικούννι ή Πισωκούννι = στερνοπαίδι (το τελευταίο παιδί της οικογένειας)

Πρεπίτζω = στολίζω

Παρατσούκλι = παρωνύμιο

Πότζουμα = απομεινάρια φαγητών για τις κότες ή τους χοίρους

Πιτταριδού = στρογγυλό μακρύ ξύλο, που πλάθουν τη ζύμη

Πόνερα = αποπλύματα

Πελεμώ = ασχολούμαι-εργάζομαι

Περίχυμο = τσιγαριστό κρεμμύδι

Πεσκέσι = δώρο

Πηλά = ανθρώπινα κόπρανα

Πουλλάδα = κότα

Πορτομονές = πορτοφόλι

Προφαντό = πρωτόβγαλτο φρούτο

Πιτσιχάμης = ο διάβολος

Πιτσόσκατος = κακός άνθρωπος

Προσφάϊ = κολατσιό του εργάτη

Πομουρωμένος = αποβλακωμένος

Ριτζιέρει = διακινδυνεύει

Ρίτζικο = μπόσικο

Ρημάτζω = καταστρέφω – ερημώνω

Σουλουντράνι = νερό που τρέχει με ορμή

Συνορίτζουμαι = λαμβάνω υπ’ όψη

Σκαρμώθηκα = έπαθα κι έμαθα

Στίασμα = φτιάξιμο στέγης

Σουρέλλο = παντελόνι

Στέος = στέγη

Σαμαντάνι = κηροπήγιο

Σφουγγάτο = ομελέττα με δυόσμο

Σουλσυμάς = καλλυντικό-κοκκινάδι σπιτικό

Σουρομαλίτζω = τραβώ τα μαλλιά – ξεριζώνω

Σουρδίτζω = διακρίνω

Σούρδιση = ευκοιλιότητα

Σκέπαση = δύσπνοια

Συμπέλλω = παρακινώ

Συμπλιάτορας = γείτονας-συνορεύων

Συκοΰρι = σύκα απλωμένα στον ήλιο

Σινί = χάλκινος δίσκος, τούρκικος

Σεσελές = τεμπέλιασμα, αργοπορία

Σεκλετίτζουμαι = ανησυχώ

Σεΐρι = διαπόμπευση

Σουφρώνω = κλέβω

Σάουλα = σχοινί φορτώματος

Σουρτούκο = σακάκι

Σουρτούκος = αδιόρθωτος, ατημέλητος

Σουργούνι = εξόριστος

Συμπούττουνος = ολόκληρος

 

Συγούργουλλος = αύτανδρος

Στρατούρι = σακκουλένιο εσωτερικό του σαμαριού

Στούα = ντουμάνιασμα από καπνό

Σταυρωτή = κουλούρα από σύκα

Σφάχτης = πλευρόπονος

Ταγιαντώ = υπομένω

Τταή = βοσκή

Τζαούλι = προγούλι

Φυλάου = πρόσεχε

Χασμαρίδια = σύκα ξερά

Πολλές από αυτές τις λέξεις δεν χρησιμοποιούνται πια. Κι αυτό είναι φυσικό. Σε πολλές δε από αυτές,έχει αλλάξει η σημασία τους. Γι αυτό υπάρχει διπλή ερμηνεία. Οι επηρεασμοί από την Τουρκική αλλά και την Ιταλική γλώσσα είναι εμφανής. Υπάρχουν πάρα πολλές λέξεις και εκφράσεις ακόμα στη Λέρικη τοπολαλιά τις οποίες καταγράφω και θα δημοσιοποιήσω εν καιρώ.

Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση!

Ελευθέριος Ι. Χατζηλάρης

Φωτό: Σπυριδούλα Συριδάκη-Χατζηλάρη

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment