Ελευθέριος Ι. Χατζηλάρης : Ο Λέρικος «χαβάς» του 16ου αιώνα!!!

by e-Leros

Η έρευνα και καταγραφή, τής Παραδοσιακής Μουσικής ενός τόπου, είναι δύσκολη εργασία. Χρειάζεται γνώσεις μουσικής, και ειδικότερα Βυζαντινής Μουσικής! Άλλωστε χωρίς μουσικές γνώσεις, δεν υφίσταται ούτε εύρευνα, ούτε καταγραφή! Ο μουσικός ερευνητής-καταγραφέας, πρέπει να «έχει μέσα στα αυτιά του» το «χρώμα», δηλαδή τους μουσικούς ήχους που παίζονται στον τόπο καταγραφής. Σημαντικός παράγοντας είναι η βιωματική σχέση με την μουσική που καταγράφει. Ο ερευνητής-καταγραφέας πρέπει, με ήθος, σεμνότητα και σοβαρότητα να εργάζεται για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Με τις παραπάνω προϋποθέσεις θα συνεχίσει η Παράδοση να «ταξιδεύει» στο Αύριο, ατόφια, όπως παραλήφθηκε απ’το Χθες. Αλίμονο στο παραδοσιακό τραγούδι που «πέφτει» στα χέρια, αδαών και αγράμματων μουσικά ανθρώπων που δηλώνουν τάχα μου «ερευνητές» και δεν ξέρουν που παν’ τα πέντε! Από κάτι τέτοιους πρέπει με κάθε τρόπο να την προστατέψουμε.

Ερευνώντας ενδελεχώς για την Παραδοσιακή Μουσική στην Λέρο και προσπαθώντας να «φτάσω» όσο πιο πίσω χρονολογικά, «ανακάλυψα» το παρακάτω τραγούδι από το βιβλίο του R.M.Dawkins «Τραγούδια των Δωδεκανήσων» σελ.93-94:

Ένα κοντό κοντούτσικο, πολλά κοντό δεν ήτο,

γεναίκα είχεν ώμορφη, και ούλ’ ενζούλευγκάν του,

μμ’ ως το νζούλευγκ’ ο βασιλιάς, κανείς δεν το νζουλεύγκει1.

 

Κι ηβγάλαν του για αβανιά2 χίλιες χιλιάδες γρόσα.

 

Πουλά αμπέλι’ ατρύγητα, πουλά και τρυγημένα,

καθίνζει λογαριάνζει το, μα πούγετι δεφ φτάνα.

 

Πουλά χωραφι’ αθέριστα, πουλά και θερισμένα,

και ξαναλογαριάνζει τα, μα πουγετί δε σώνα.

 

Πουλά κοντός τα ρούχα του, πουλά και τ’ άρματά του,

και πάλι λογαριάνζει τα, μα πάλι δεν εσώνα.

 

Αμμ’ η Αρκή του φώνανζε με του κριτή τηγ γλώτσα3:

«Γλήορα και τα θέλομε της αβανιάς τα γρόσα».

 

Και πάει το κοντούτσικο ‘ς το σπίτι το καμένο,

 

και λέει της γεναίκας του σαγ καταδικασμένο:

 

«Σήκου, καλή μου, κι άλλαξε, να πα να σε πουλήσω,

τα μου ζητούν της αβανιάς να πάρω να πλερώσω,

να νζήσης έσυ πάρου μου, κι εγώ Θεός το ξέρει.

-Ίντα μου λες, κοντούτσικο, ίντα μου παραγγέλεις;

-Σήκου και μη ψιλορωτάς, κι ας έχουνε το κρίμα».

 

Πο το χεράκι την αρπά και ‘ς το πανζάρι πάει.

«Πουλώ την τηγ γεναίκα μου, πουλώ την τηγ καλήμ μου».

Κανείς και πολοήθην του, κανείς κ’ ημίλησέν του.

Πο το χεράκι την αρπά και ‘ς τογ γιαλό τημ πάει.

«Πουλώ την τηγ γεναίκα μου, πουλώ την τηγ καλήμ μου».

 

Σκλερό καπετανόπουλο ηπολοήθηκέν του:

«Κοντούτση, την γεναίκα σου πόσα τημ πανζαρεύγκεις;

-Τώνα της χείλι χίλια ‘χει, τα δγυό της δγυό χιλιάδες,

και το ποδέλοιπο κορμί αρρίφνητο λογάρι4».

 

Και πλώνει μέσ’‘ς την νζέπη του, δίνει του δγυό χιλιάδες,

και πλώνει και ‘ς την άλλη του, αρρίφνητο λογάρι.

 

Πο το χεράκι την αρπά, ‘ς το μπάρκο5 του τημ πάει.

 

Τέντα χρουσή της ήκαμε, ποκάτω να καθίσουν.

 

Σαν την εφίλα, ήστραφτε, σαν την ετσίμπα, βρόντα.

 

Μα τα πουλάκια τ’ ουρανού ποπάνω κελαδούσαν:

«Εδέ κακό που γίνεται ‘ς την τένταν αποκάτω,

φιλά δερφός την αδερφή, και κείνοι δεν το ξέρουν.

 

-Ακούς, δερφή μου, τα πουλιά, ακούς τι κελαδούνε;

 

-Τέτοι’ άδικα όπκοιοι νζητούν, καλ’ ας τα φουγκραστούνε».

 

Πο το χεράκι την αρπά και του κοντού τημ πάει.

 

«Γαμπρέ, να η γεναίκα σου κ’ η ευλογητικιά σου,

Κι άλλα προυκιά αλ’ λείβγουνται, εγώ να σας τα δώκω».

 

Όπως αναφέρει ο R.M.Dawkins6, πρόκειται για μπαλάντα, δηλαδή αργό καθιστικό τραγούδι, «χαβάς» όπως λέμε αυτό το είδος στη Λέρο.

Ο Baud-Bovy7 πιστεύει ότι είναι ένα τραγούδι του 16ου αιώνα που ως τόπο προέλευσής του έχει το βόρειο τμήμα του Αιγαίου. Παρ’ όλα αυτά «ταξίδεψε» και καταγράφηκε ως τραγούδι της Λέρου.

Η περίπτωση αυτή, δείχνει την μακραίωνη μουσική ιστορία του νησιού μας και αποδεικνύει ότι οι Λεριοί είχαν την ικανότητα να αφομοιώνουν στην παράδοσή τους τραγούδια και σκοπούς από άλλες περιοχές, δίνοντάς τους με την χαρακτηριστική τοπολαλιά, λέρικο ηχόχρωμα και ύφος.

 

1. νζουλεύγκει: ζηλεύει 2. αβανιά: μεσαιωνική ελληνική αβανιά / αβανία < τουρκική avan < αραβική خوان (ḵawwān: άπιστος, αναξιόπιστος, ύπουλος, προδότης. Λαϊκότροπο: η υλική ζημιά, η συμφορά, η βλάβη. Στην Λέρικη τοπολαλιά σημαίνει : δυσφήμηση.

3. γλώτσα : γλώσσα (καθαρά λέρικη προφορά λόγω του ιδιώματος του τσιτακισμού όταν δλδ συναντάμε το διπλό σσ, π.χ. θάλασσα – θάλατσα, γειτόνισσα – γειτόνιτσα κλπ.) 4. αρρίφνητο λογάρι : αμέτρητος πλούτος, αμέτρητα χρήματα, (μεσαιωνική ελληνική λογάρι(ο)(ν) < αρχαία ελληνική λογάριον,(ιδιωματικό) χρήματα, πλούτος).

5. μπάρκο : ιστιοφόρο πλοίο ιδίως με τρία κατάρτια, [ιταλ. barco].

6. R.M.Dawkins: ’Αγγλος έλληνιστής Richard Μ. Dawkins (1871 – 1955), πού έγκατέλειψε τά αρχαιολογικά του ένδιαφέροντα γιά να αφιερώσει τή ζωή του στήν έρευνα τών έλληνικών ιδιωμάτων καί τής λαογραφίας τής Καππαδοκίας καί τής Λυκαονίας.

7. Baud-Bovy: (1906-1986) ο μεγαλύτερος Εθνομουσικολόγος του 20ου αιώνα, Ελληνιστής.

 

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment