Ελευθέριος Ι. Χατζηλάρης Λέρικη τοπολαλιά (part 2-4)

by e-Leros

Ελευθέριος Ι. Χατζηλάρης

Λέρικη τοπολαλιά (part 2-4)

Δάμακας = περιφραγμένο δαμάκι (μικρό κομμάτι οικοπέδου)

Δεντρογαλιά = φίδι

Διαολόπιστος = άπιστος, κατεργάρης

Διάκι = χέρι του τιμονιού της βάρκας

Διαφίτζω = ραντίζω με θειάφι το αμπέλι

Διολάτζω = διαλέγω

Διβολίτζω = σκάβω δύο φορές

Δουλιώ = φοβούμαι

Δραγάτης = αγροφύλακας

Δραμίδια – ραμίθια = τσίκουδα

Δρύμες = Νεράϊδες ή αόρατες δυνάμεις,

που δρούν καταστρεπτικά, τις πρώτες μέρες του Αυγούστου.

Έναν κερεμέ = παρόμοιοι

Εποτώρι = προ ολίγου

Ετά ή Ετουδά = εδώ

Εφταλουτρού = δηλητηριώδης αράχνη

Έφχιος ή Έφκιος = μαύρο μεγάλο φίδι

Έφκαιρος = μη απασχολημένος

Ζεματιστός = χοχλαστός

Ζάφτι = έλεγχος, επικράτηση, χαλιναγώγηση

Ήλασε = ζώο που συνουσιάστηκε

Θολάμι = φωλιά χταποδιού

Θολόσταχτο = αλυσίδα για το ψάρεμα χταποδιού

Θυμωνιά = στίβα δεματιών σιταροκριθαριού

Θεόρατος = πανύψηλος

Θρεφτάρι = σιτευτό-παχύ ζώο

Θρουλιώ = θρυμματίζω

Θολόπερκα = κουτή σαν ψάρι

Κακαρίτζει = φωνάζει σαν την κότα

Κακκάρωσε = ξεψύχησε

Καλογεράκια = μασκαρεμένα παιδιά

Καμουτζέλλες = μασκαράδες

Καννιά = πόδια

Κανίσκι = δώρο

Κάργας = ζόρικος ή μαύρο πουλί σαν την κουρούνα

Καρατέρω = υπολογίζω

Καργάρω = ζορίζω

Κατα(γ)ής = χάμω

Καλόβολος = βολικός

Κάττης = ο γάτος

Κατσέρνω = διώχνω

Κατελιώ = καταναλώνω

Κατσίβερη = ιλαρά

Καϊράττι = κουράγιο

Καυκί = κρανίο

Καφαρτί = πρόγευμα

Καρνεύγεται = τσιλιμπουρδάει

Καρδαμωμένος = δυναμωμένος

Καφούρι = ευκάλυπτος

Καλύκια = οπλές ζώων

Καρσί = αντίκρυ-απέναντι

Καννουρίτζει = συνοφρυώνεται ή αλλοιθωρίζει

Κάγγελο = πόρτα σε κήπο ή χωράφι (αλλιώς και πορτέλλο)

Κατωσάουνο = κάτω σαγόνι

Καρές = η χωρίστρα

Καντούνι = γωνία του σπιτιού

Καννί = ραντηστήρι

Κερεστές = δεκάτη – φόρος

Κεντιά = βελονιά

Κούδα = ουρά του φουστανιού

Κουνάλι = ζαρωμένο σύκο

Κλιντάφτης ή Κλιγκιάφτης = αυτός που έχει μεγάλα αυτιά

Κουλλός = αυτός που έχει το ένα χέρι κομμένο

Κουβιεντό = γυναικάριο

Κορκορούθουνος = ο μυξιάρης

Κουμάσι = ανακατωσιάρης

Κουρκούτης = αυτός που τα ‘χει χαμένα

Κουσκουλεύγω = γυρίζω άσκοπα

Κερασελένη = ουράνιο τόξο

Κελεπούρι = εύρημα

Κοκκάρι = μικρό κρεμμύδι για φύτεμα

Κουκκούδι = σπειρί

Κιτζίτζω = πεισματώνω

Κουβερκέρω = γυρίζω άσκοπα

Κλειτούρι = πρόσκληση για γενέθλια ή ονομαστική εορτή

Κούννα = κουκούτσι από φρούτο

Κουντούτο = νεροσωλήνας

Κούνευλα ή Κουναύλια = τα πόδια

Κοντρεστάρει = πάει κόντρα

Κρούππι = κιούπι

Κωλοκούμπι = καρέκλα

Κουρκούδιαλος = σαύρα

Κουκκουμάρα = στάμνα για νερό

Κονάκι = το αστυνομικό τμήμα ή το σπίτι

Καληκατσού = πουλί τής θάλασσας

Κυρτατάς = νονός

Κουγιάτζω ή Ξεκουγιάτζω = φωνάζω δυνατά

(συνεχίζεται)

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment